Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Μια Κυριακή πρωί στο νοσοκομείο.

Η επίσκεψη αφορούσε μια φίλη που έμενε στο πλευρό της μητέρας της για μέρες. Συμφωνήσαμε να μείνω αθέατη γιατί η μητέρα της ήταν ιδιαίτερα ιδιότροπη. Για καλή μας τύχη εκείνο το πρωινό λόγω μιας εξέτασης της είχαν χορηγηθεί ηρεμιστικά και ήταν μισοκοιμισμένη το περισσότερο διάστημα. Είχα προετοιμαστεί να υποκριθώ την επισκέπτρια της διπλανής ασθενούς, της κυρίας Μαρούλας η οποία ήταν καλοσυνάτη, τρυφερή και ιδιαίτερα οξυδερκής για να εμπλακεί στο μικρό θεατρικό μας χωρίς πολλές εξηγήσεις.

Καθίσαμε δίπλα η μια στην άλλη και μιλούσαμε ψιθυριστά. Όταν κοιμόταν συνομιλούσαμε με τις άλλες γυναίκες του θαλάμου και τους επισκέπτες τους. Οι ώρες περνούσαν. Ήρθε το πρωινό, ακολούθησε το μεσημεριανό και οι επισκέψεις των ασθενών έμπαιναν και έβγαιναν. Τις Κυριακές τα νοσοκομεία έχουν μια άλλη αύρα, ήσυχη και γλυκόπικρη. Τις Κυριακές νιώθεις τη ζωή εκτός του Νοσοκομείου διπλά.

Απέναντι μια κυρία σε πολύ προχωρημένη ηλικία με κάταγμα ισχίου και αυτή. Ο υιός ο μονογενής ήρθε μετα της συζύγου, τάισε τη μανούλα στο στόμα, πήγε πάνω-κάτω αρκετές φορές ρωτώντας νοσοκόμες για τη χορήγηση ενός φαρμάκου, ρώτησε πάνω από 20 φορές τη μανούλα αν θέλει κάτι άλλο. Της έδωσε νερό να πιει. Η σύζυγος ακολουθούσε το σύζυγο, που και που αντάλλασσε κοινωνικές φιλοφρονήσεις με τους υπόλοιπους του δωματίου. Η μάμα όμως του υιού, μια αξιοπρεπής υπερήλικας, όταν έφαγε και ήπιε, χαμογέλασε στα παιδιά της και τους έδιωξε τρυφερά. «Ατε πιένετε τώρα, να φάτε τζιαι σεις με τα παιθκιά σας. Εγιώ είμαι καλά. Εν να περάσουμε τζιαι σήμερα». Η σύζυγος με το που άκουσε τη «μανούλα» ετοίμασε τα πράγματα της και βρέθηκε στην πόρτα. Ο υιός καθυστέρησε λίγο, κάτι οι απροσδιορίστου προέλευσης τύψεις , κάτι οι επίσης απροσδιορίστου προέλευσης ενοχές τον κράτησαν μετέωρο για λίγα λεπτά. Μετά φίλησε τη «μανούλα», είχε μια τελευταία συμβουλή προς κάθε μια απο τις κατάκοιτες γυναίκες και τους συγγενείς τους και αποχώρησε. Όταν σιγουρεύτηκε ότι έφυγαν για τα καλά η υπερήλικη γυναίκα με κοίταξε και μου ζήτησε να φωνάξω τη νοσοκόμα για να της διορθώσει το κρεβάτι.




Δίπλα μου η κα Μαρούλα. Όλο το πρωινό έκλαιγε βουβά. Όταν γυρίζαμε το βλέμμα πάνω της προσποιόταν ότι χαμογελούσε. «Ανησυχεί» μου είπε η φίλη «ο άντρας της είναι ανάπηρος σε καροτσάκι χρόνια και δεν ξέρει ποιος θα τον σάζει όσο αυτή θα αναρρώνει από την εγχείρηση» Δεν είχε επισκέπτες η κυρία Μαρούλα σημερα. Προσφέρθηκα να της αλλάξω τη θέση των μαξιλαριών. Αρνήθηκε αν και η στάση φαινόταν ιδιαίτερα άβολη. Όταν ήρθαν οι νοσοκόμοι και έβαλαν την πρώτη γυναίκα για ύπνο, τόλμησε να τους φωνάξει λίγο πριν βγουν από την πόρτα να σηκώσουν το κρεβάτι και τα μαξιλάρια. Κατά τα άλλα η κα Μαρούλα ήταν ιδιαίτερα ομιλητική. Αλλά η μοναξιά της απίστευτη. Όλα όσα λέγονταν δεν αφορούσαν ποτέ την ίδια. Μιλούσε για τα φάρμακα της μάμας της φίλης, πόσο πρέπει να υπέφερε από πόνους, το λάδι από το μοναστήρι που έφεραν οι συγγενείς της άλλης κυρίας για να την σταυρώσουν, τα εγγονάκια της, τα παιδιά της.




Ήταν τότε που ξύπνησε και η μάμα της φίλης και άρχισε το ρεσιτάλ παραξενιάς. Η κόρη της προσπαθούσε να απαλύνει πόνους και ανησυχίες. Δεν υπήρξε κάλεσμα αλλά βογγητό. Το νερό ήταν κάτι σαν μμμμμ, το φαί ήταν κάτι σαν ννννννεεεεε, και η καταστολή μετά απο τη ναρκωση μια επουσιώδης λεπτομέρεια. Η φίλη την τάισε, την χάιδεψε, της άλλαξε τα μαξιλάρια, τη ρώτησε άπειρες φορές πως νιώθει, εξέτασε τον ορό, διαπραγματεύτηκε με τον γιατρό να φάει ζελέ κεράσι που της αρέσει. Η καρέκλα μου είχε ήδη μετακινηθεί προς την κα Μαρούλα η οποία χαιρόταν την επικοινωνία. Από απόσταση παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τις εκφράσεις αγάπης.

Τρεις διαφορετικές γυναίκες, κάτω από ίδιες συνθήκες και οι τρεις αποδέκτριες αγάπης με το δικό τους μοναδικό τρόπο. Κάποια με απαίτηση και γκρίνια. Κάποια με συστολή και άρνηση του εαυτού, κάποια με μέτρο και έγνοια των άλλων.




Όλες πήραν αγάπη εκείνη τη μέρα. Κάποια ένιωσε Αγάπη έτσι όπως της δόθηκε. Κάποια δεν ένιωσε ο,τι αυτό ήταν αγάπη. Κάποια άλλη ένιωσε πως δεν αξίζει ό,τι κι αν της δοθεί.

Εκείνη τη μέρα, επίσης όλοι με τον τρόπο τους έδωσαν Αγάπη. Κάποιοι με ενοχή και αμηχανία, άλλοι απλόχερα και τρυφερά. Άλλοι μηχανικά, κοινωνικά και αποστασιοποιημένα, κάποιοι με ελευθερία και χαρά, κάποιοι με τρόπο επαναληπτικό όπως συνήθισαν για χρόνια κι άλλοι αγνοώντας πως αυτό που πρόσφεραν ήταν τελικά Αγάπη.


Βλέποντας τις αποδέκτριες της Αγάπης συνειδητοποίησα ότι αυτή υπάρχει έτσι κι αλλιώς παντού γύρω μας. Είναι ο τρόπος ζωής και σκέψης μας που καθορίζει το είδος της, την ποιότητά της, τον τρόπο που γίνεται ή όχι αποδεκτή, την αίσθηση του μεγέθους της και τρόπου πρόσληψής της, την αντοχή της.



Για κάποιο λόγο δεν ζευγαρώνουν όλες οι αγάπες, όχι τουλάχιστον όπως θα θέλαμε εμείς.

Κάποτε ετερόκλητες Αγάπες δένουν βασανιστικά υπερκαλύπτοντας ή μειώνοντας η μία την άλλη.

Κάποτε μεγάλες Αγάπες πέφτουν σε μικρότερα δοχεία κι άλλοτε ελάχιστα μικρές είναι ικανές να γεμίσουν το σύμπαν ενός ατόμου.


Δεν χρειάζεται να ψάξουμε την Αγάπη.
Υπάρχει παντού.





Το είδος της είναι το θέμα...